Η Maserati αναδυόμενη από την τρίαινα του Ποσειδώνα ιδρύθηκε το 1904 από τα αδέλφια Maserati Alfieri, Bindo, Carlo, Ettore και Ernesto, με το βασικό εργοστάσιο να βρίσκεται στην περιοχή  Fontana del Nettuno, της Μπολόνια στην Ιταλία. Στην αρχή της ιστορίας της δημιουργούσε κινητήρες χωρητικότητας 2 λίτρων και τους προμήθευε για αγώνες Grand Prix στο Diatto, ενώ λίγο αργότερα ξεκίνησε και την κατασκευή αγωνιστικών αυτοκίνητων.

Το 1926 τα 5 αδέλφια παίρνουν την απόφαση να σταματήσουν τα αγωνιστικά αυτοκίνητα και να προχωρήσουν στην παραγωγή του πρώτου Maserati, με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Το έμβλημα της εταιρείας, την τρίαινα, φαίνεται ότι το εμπνεύστηκε ένας άλλος αδελφός ο Mario, ο οποίος ήταν ο καλλιτέχνης της εποχής. 

Παρά την αλλαγή στη γραμμή παραγωγής, τα αδέλφια Maserati συνέχισαν να τρέχουν σε αγώνες πετυχαίνοντας σημαντικές νίκες. Μετά το θάνατο του Alfieri Maserati το 1932, τα αλλά τρία αδέλφια, Bindo, Ernesto και Ettore, συνέχισαν  την επιχείρηση, η οποία άρχισε να ανοίγει το δρόμο της επιτυχίας. Το 1937, τα υπόλοιπα αδέλφια Maserati πούλησαν τις μετοχές τους στην οικογένεια Adolfo Orsi, ο οποίος το 1940 μετέφερε την έδρα της εταιρείας στη γενέτειρά τους, Μόντενα, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Πάρα την αλλαγή ιδιοκτησίας οι αγωνιστικές επιτυχίες συνεχίστηκαν, ακόμα και εναντίον των γιγάντων της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας της εποχής. Μάλιστα το 1940, μια Maserati 8CTF κέρδισε το Indy 500, παραμένοντας ο μόνος Ιταλός κατασκευαστής που το έπραξε ποτέ.

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σταμάτησε η παραγωγή των αυτοκινήτων, συνεχίστηκε όμως η λειτουργία του εργοστασίου, δημιουργώντας ανταλλακτικά για τα ιταλικά οχήματα του πολέμου. Η Maserati κατάφερε να ανταγωνιστεί τις μεγάλες εταιρείες της εποχής, κατασκευάζοντας ένα town car V16 που το παρέδωσε στο Benito Mussolini. Με το τέλος του πολέμου η ιταλική φίρμα συνέχισε την παραγωγή των αυτοκινήτων, φέρνοντας στο προσκήνιο την πρωτοποριακή για την εποχή  Maserati A6. 

Στη μεταπολεμική εποχή η ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας εξελίχθηκε ραγδαία και έτσι η Maserati για να συνεχίσει να πρωτοπορεί ενέταξε στην ομάδα της έναν πρώην μηχανικό της Fiatτον Alberto Massimino, και αργότερα τους μηχανικούς Giulio Alfieri , Vittorio Bellentani και Gioacchino Colombo που εξέλιξαν τα αγωνιστικά μοντέλα (4CLT, Α6, 8CLT και A6GCS) για την επόμενη δεκαετία.  

Εκτός όμως τους μηχανικούς, ένας άνθρωπος που ανέδειξε το σήμα με την τρίαινα ήταν ο διάσημος Αργεντίνος οδηγός Juan Manuel Fangio, φέρνοντας στην εταιρεία εκπληκτικές νίκες τη δεκαετία του 50. Πέραν του Fangio, υπήρξαν πολλοί διάσημοι πιλότοι που συνέχεια ανέβαζαν τον πήχη της Maserati στα ύψη. Μέχρι να έρθει όμως η επιτυχία πέρασαν και δύσκολες στιγμές, όπως το τραγικό ατύχημα του Guidizzolo κατά τη διάρκεια του Mille Miglia το 1957, που ανάγκασε τη Maserati να αποσυρθεί από τους αγώνες. 

Μετά το 1957, η Maserati εστίαζε στα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα με επικεφαλή το μηχανικό Giulio Alfieri, ο οποίος εκείνη την εποχή δημιούργησε το πρωτοποριακό coupe 2+2 θέσεων με τον 6κύλινδρο κινητήρα των 3.500 κ.εκ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατασκευή του αυτοκινήτου έγινε εξ ολοκλήρου από αλουμίνιο. Αργότερα ήρθε ένας νέος V8 κινητήρας χωρητικότητας 5.000 κ.εκ. που εφοδίαζε τα Mistral Coupé του 1963 και Spider του 1964. Η εταιρεία πρωτοπόρησε το 1963 για μια ακόμα φορά, κατασκευάζοντας το πρώτο τετράθυρο μοντέλο της Quattroporte. Η γνωστή σε όλους μας σήμερα Ghibli έκανε την εμφάνισή της το 1967, αφήνοντας την καλύτερη των εντυπώσεων. 

Το 1968 η Maserati εξαγοράστηκε από τη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία της Citroën, ωστόσο ο Adolfo Orsi παρέμεινε πρόεδρος. Η Citroën δανείστηκε την τεχνογνωσία και τους κινητήρες της Maserati για το Citroën SM, εξελίσσοντας την τεχνολογία, ιδίως στα υδραυλικά συστήματα. Παρ’ ότι βρισκόταν σε γαλλικά χέρια πλέον, η εξέλιξή της συνεχίστηκε με τις Maserati Bora, Merak και Khamsin. Και ενώ όλοι περίμεναν την ανάπτυξη της Quattroporte ΙΙ, η πετρελαϊκή κρίση του 1973 έβαλε φρένο σε αυτό το φιλόδοξο σχέδιο, συρρικνώνοντας ταυτόχρονα την εταιρεία. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η πτώχευση της Citroen το 1974, με τη νέα ομάδα ελέγχου PSA Peugeot Citroën να ανακοινώνει ότι και η Maserati βρισκόταν στη διοίκηση. Εκείνη την εποχή αναλαμβάνει να τη βγάλει από το βούρκο η ιταλική κυβέρνηση, στηρίζοντάς την με κρατική χρηματοδότηση. 

Το 1975 πλέον εξαγοράζεται από τον Αργεντινό πρώην οδηγό αγώνων Alejandro de Tomaso, κατασκευάζοντας από το 1976 τη Maserati Kyalami και το 1979 την Quattroporte III. Η δεκαετία του 1980 φαίνεται να φέρνει αλλαγές στην αυτοκίνηση, με τον κινητήρα πλέον να  τοποθετείται στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Για αυτόν το λόγο η ιταλική εταιρεία κατασκεύασε τον Maserati Biturbo, τον οποίο και τοποθέτησε στα Karif, Karif cabriolet και Spyder. Το μεταβατικό μοντέλο που ξεκίνησε τη μεταφορά του κινητήρα από το πίσω μέρος μπροστά ήταν η Maserati Ghibli II.

Μέσα στη δεκαετία του 90 ήρθε η συνεργασία με την Chrysler, με τον de Tomaso να παραχωρεί την προεδρία στο φίλο του Lee Iacocca. Αποτέλεσμα της συνεργασίας των δυο εταιρειών ήταν το Chrysler TC και η Maserati Barchetta. Το 1993 η πολυταξιδεμένη σε χέρια ιδιοκτητών Maserati περνάει στον έλεγχο της Fiat, η οποία κάνει τεράστιες επενδύσεις, που αποφέρουν την αναγέννησή της. Η αρχή έγινε το 1998 με το 3200 GT, το οποίο ήταν ένα δίθυρο coupe, με τον V8 twin-turbo κινητήρα, χωρητικότητας 3,2 λίτρων, με τη μέγιστη ισχύ να φτάνει τους 370 ίππους. Το 0-100 επιτυγχανόταν μόλις σε 5,5’’ και η τελική ταχύτητα έφτανε τα 285 χλμ/ώρα. Το εν λόγω μοντέλο αντικαταστάθηκε από τη Maserati Spyder το 2002 και η οποία αποτέλεσε τον προάγγελο για τις Gran Turismo και Gran Cabrio.

Τον Ιούλιο του 1997 η Fiat πούλησε το 50% στο μεγαλύτερο αντίπαλο, τη Ferrari, η οποία ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της Maserati το 1999. Το σχέδιο καταστροφής της όμως είχε ξεκινήσει, με τη Maserati να φτάνει στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Προκειμένου να μην εξαφανιστεί από την αγορά το σήμα κατατεθέν της τρίαινας, αναγκάζεται να έρθει σε συμφωνία με τη Volkswagen, για να μοιραστούν την τεχνολογία all-wheel-drive, η οποία θα συνεργαζόταν με την πλατφόρμα της Maserati Quattroporte. Η ιδέα όμως έμεινε απλά στη σφαίρα της φαντασίας, μετά από τις πιέσεις που δέχτηκαν οι Γερμανοί από τις Ferrari, Lamborghini και Bugatti. 

Από το 2001 κατασκευάζεται η πετυχημένη νέα Quattroporte, με το V8 κινητήρα χωρητικότητας 4,2 λίτρων. Από τις αρχές του 2002 η Maserati φτάνει στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που την κατατάσσει σε μια από τις μεγαλύτερες αγορές παγκοσμίως. Η εταιρεία πλέον ξαναμπαίνει στους αγώνες το Δεκέμβριο του 2003 με την  Maserati MC12, κερδίζοντας το πρωτάθλημα τρεις συνεχόμενες φορές 2005/06/07. Το MC12  αγωνίστηκε και στη σειρά American Le Mans. Από το 2005 έκοψε τους δεσμούς της με τη Ferrari, επεκτείνοντας τα μοντέλα της στην αμερικάνικη αγορά και το 2007 καταφέρνει να παρουσιάσει κέρδη ως εταιρεία μετά από 17 χρόνια, κλείνοντας με αυτόν τον τρόπο τη μαύρη της περίοδο.

Σήμερα πλέον βρίσκεται στην κορυφή των premium cars με φανατικούς οπαδούς σε όλο τον κόσμο, αλλά με λίγους να μπορούν να γευθούν την οδηγική εμπειρία σε ένα εκλεπτυσμένο περιβάλλον.